Τετάρτη 30 Μαΐου 2012

Αρχαία Στάγειρα - Η πατρίδα του Αριστοτέλη

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΑ ΣΤΑΓΕΙΡΑ

Η πόλη ιδρύθηκε το 655 π.Χ., από Ίωνες αποίκους της νήσου Άνδρου, ενώ λίγο αργότερο έφθασαν άποικοι και από τη Χαλκίδα. Μετά τους περσικούς πολέμους έγιναν και τα Στάγιρα μέρος της Α΄ Αθηναϊκής Συμμαχίας συνεισφέροντας στο κοινό ταμείο. Κατά τον Πελοποννησιακό όμως πόλεμο και συγκεκριμένα το 424 π.Χ., η πόλη αποστάτησε από τους Αθηναίους και συμμάχησε με τους Σπαρτιάτες. Το γεγονός εξόργισε τους Αθηναίους, οι οποίοι και έσπευσαν να πολιορκήσουν την πόλη, δίχως όμως αποτέλεσμα. Αργότερα όμως τα Στάγειρα προχώρησαν στο Κοινό των Χαλκιδέων, στην συνομοσπονδία δηλαδή όλων των πόλεων της Χαλκιδικής που είχε έδρα την Όλυνθο. Το 349 π.Χ. η πόλη πολιορκήθηκε και στη συνέχεια υπέκυψε στο βασιλιά της Μακεδονίας Φίλιππο το Β΄, ο οποίος και την κατέστρεψε ολοσχερώς, για να την επανιδρύσει όμως σε λίγα χρόνια αργότερα ο ίδιος, προς τιμήν του Αριστοτέλη. Φαίνεται όμως ότι η καταστροφή αυτή από το Φίλιππο σηματοδότησε ήδη την αρχή της παρακμής της πόλης, η οποία άρχισε να φθίνει συνεχώς. Έτσι, ο γεωγράφος Στράβων, που έζησε στα χρόνια του Χριστού, σημειώνει ότι στην εποχή του τα Στάγειρα ήταν ήδη ερημωμένα. Χίλια περίπου χρόνια αργότερα, αναφέρεται η ύπαρξη, στην ίδια θέση, ενός μικρού μεσαιωνικού κάστρου, που έφερε το όνομα "Λιβασδιάς" και αργότερα "Λιψάσδα". Στο κάστρο αυτό ανήκουν προφανώς τα λίγα κτίσματα στην κορυφή του Βόρειου Λόφου, καθώς και το βυζαντινό τείχος που φράσσει, στην αρχή του, τον ίδιο λόφο. Μας παραδόθηκε και η πληροφορία ότι, στα κλασσικά χρόνια, τα Στάγειρα έφεραν και το όνομα Ορθαγορία, άποψη όμως που είναι εσφαλμένη, κυρίως επειδή πόλη με αυτό το όνομα υπήρχε κοντά στη Μαρώνεια της Θράκης.



ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ
Γεννήθηκε στα Στάγειρα το 384 π.Χ. Πατέρας του ήταν ο Νικόμαχος, γιατρός του βασιλιά Αμύντα Β΄ και μητέρα του η Φαιστίς ή Φαιστιάς. Οι γονείς του πέθαναν νωρίς και τη φροντίδα του μικρού Αριστοτέλη ανέλαβε ο Πρόξενος, συγγενής του από τον Αταρνέα, μία πόλη της Μυσίας. Σε ηλικία 18 ετών κατέβηκε από τα Στάγειρα στην Αθήνα, όπου και φοίτησε για 20 ολόκληρα χρόνια στην Πλατωνική Ακαδημία, μέχρι δηλαδή το θάνατο του Πλάτωνα το 347 π.Χ. Λίγο πριν ο Αριστοτέλης είχε ιδρύσει σχολή στην ?σσο της Τρωάδας, ως παράρτημα της Ακαδημίας. Τότε παντρεύτηκε την Πυθιάδα από τον Αταρνέα. Στην περιοχή της Τρωάδας έμεινε 3 χρόνια και κατόπιν πέρασε στην Λέσβο, όπου συνδέθηκε φιλικά με τον Θεόφραστο, τον οποίο άφησε αργότερα διάδοχο στη σχολή της Αθήνας. Στη Λέσβο έμεινε 2 χρόνια, μέχρι δηλαδή το 343 π.Χ., οπότε και τον κάλεσε στην Πέλλα ο Φίλιππος Β΄ ως δάσκαλος του γιου του Αλέξανδρου. Η εκπαίδευση του Αλέξανδρου κράτησε 3 χρόνια, μέχρι δηλαδή το 340 π.Χ. Στη συνέχεια ο Αριστοτέλης αποσύρθηκε στα Στάγειρα, όπου και ξαναπαντρεύτηκε, αυτή τη φορά με τη συμπατριώτισσα του Χερφυλλίδα (ή Ερπυλλίδα). Στην Αθήνα επέστρεψε το 335 π.Χ., οπότε και ίδρυσε δική του σχολή, το Λύκειο, που αργότερα ονομάστηκε Περίπατος. Διηύθυνε τη σχολή αυτή για 12 χρόνια, διάστημα στο οποίο συντελέστηκε ολόκληρο το θαυμαστό του έργο. Μετά το θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου, κατηγορήθηκε από τους εχθρούς του "επί ασεβεία" και κατέφυγε στη Χαλκίδα, όπου είχε ένα κτήμα, κληρονομιά από τη μητέρα του. Εκεί στη Χαλκίδα και σε ηλικία 63 ετών, τον βρήκε ο θάνατος σ' ένα χρόνο, το 322 π.Χ. ?φησε δύο παιδιά, την Πυθιάδα και το Νικόμαχο. Σύμφωνα με μια μεταγενέστερη γραπτή παράδοση, ένα χρόνο μετά το θάνατο του Αριστοτέλη στη Χαλκίδα, οι Σταγειρίτες μετέφεραν επισήμως κι έθαψαν τα οστά του μέσα στην πόλη τους. Αναφέρεται ότι έγινε τότε μεγαλοπρεπής τελετή, ότι ιδρύθηκε μεγάλος βωμός στον τάφο του φιλοσόφου και ότι καθιερώθηκε προς τιμήν του ετήσια γιορτή, τα "Αριστοτέλεια". Σήμερα γίνονται προσπάθειες για την αναβίωση της μεγάλης αυτής γιορτής των "Αριστοτέλειων". Οι πρώτες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις έγιναν το καλοκαίρι του 1996 και σημείωσαν μεγάλη επιτυχία.



ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΩΝ ΑΝΑΣΚΑΦΩΝ
Πριν αρχίσουν οι ανασκαφές στ' αρχαία Στάγειρα, ορατά ήταν μόνο τα ίχνη της μεσαιωνικής κατοίκησης στο Βόρειο Λόφο (κυρίως το βυζαντινό διατείχισμα), ενώ, από την αρχαιότερη πόλη των Σταγείρων, ελάχιστα ίχνη διακρίνονταν, μέσα στην πυκνή δασώδη βλάστηση. Είναι προς τιμήν των κοινοτικών συμβουλίων της Ολυμπιάδας ότι από χρόνια πάσχιζαν να πείσουν την Αρχαιολογική Υπηρεσία, να ξεκινήσει τις ανασκαφές στην πατρίδα του Αριστοτέλη. Μια πρώτη, μικρής κλίμακας και ολιγοήμερη ανασκαφική προσπάθεια αναλήφθηκε το 1968, από τον τότε διευθυντή του Μουσείου Θεσσαλονίκης Φ. Πέτσα. Διενεργήθηκαν τότε έρευνες σε δυο σημεία, εκτός των ορίων της τειχισμένης πόλης: στον κολπίσκο της "Συκιάς", όπου αποκαλύφτηκαν αναλημματικοί τοίχοι της κλασικής περιόδου και στη θέση "Βίνα" (περί το 1,5 χλμ. ΝΑ των αρχαίων Σταγείρων), όπου ήρθε στο φως ένας κυκλικός πύργος. Αφορμή, γι' αυτήν την προσπάθεια είχε σταθεί τότε η ανεύρεση κυρίως ενός ημίεργου αγάλματος κούρου, που ανασύρθηκε από ιδιώτη δύτη στον κολπίσκο του "Λιοτοπιού". Χρειάστηκε να περάσουν περισσότερα από 20 χρόνια, από την πρώτη εκείνη ανασκαφική προσπάθεια, για να ξαναρχίσουν με συστηματικό πλέον τρόπο, οι ανασκαφές στα Στάγειρα. Η έναρξη έγινε από τον Κωνσταντίνο Σισμανίδη, με δοκιμαστικές και διερευνητικές τομές, το Σεπτέμβριο του 1990. Τα ιδιαίτερα ενθαρρυντικά αποτελέσματα εκείνης της έρευνας δημιούργησαν τις ευνοϊκές προϋποθέσεις για την συνέχιση των ανασκαφών, οι ο
ποίες διεξάγονται κανονικά μέχρι σήμερα.


ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΧΩΡΟ
1. Πρώιμη κλασική οχύρωση: Στην περίοδο της μεγάλης της ακμής, δηλαδή από το 500 π.Χ. περίπου μέχρι τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ., η πόλη προστατευόταν με ισχυρό οχυρωματικό περίβολο, το συνολικό μήκος του οποίου υπολογίζεται γύρω στα 2 χλμ. Πρόκειται για ένα θαυμαστό έργο της οχυρωματικής αρχιτεκτονικής, που χρονολογείται γύρω στο 500 π.Χ. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι, εκτός από τη νότια πλευρά των Σταγείρων, όπου το τείχος φράσσει την πόλη από θάλασσα σε θάλασσα, στις άλλες τις τρεις πλευρές αυτό βγαίνει πάντοτε παράλληλα και κατά μήκος της κρημνώδους ακτής. Η πορεία του ανιχνεύεται σ' ολόκληρη την περίμετρο της πόλης, πλήρης όμως αποκάλυψη της οχύρωσης έχει γίνει, μέχρι τώρα, μόνο στο νότιο σκέλος της, αλλά και σε μεγάλα τμήματα του ανατολικού, δυτικού και βόρειου σκέλους της, σ' ένα συνολικό δηλαδή Το τείχος αυτό, πάχους 2 μ., είναι χτισμένο με πωρόλιθους, ασβεστόλιθους και μαρμαρόλιθους, με διάφορα συστήματα δόμησης, κυριότερα από τα οποία είναι, εκτός βέβαια από το ακανόνιστο, το λεγόμενο ''αιγυπτιάζον'' (που χρησιμοποιεί, κατά τόπους, πλακοειδή βύσματα σε επάλληλες στρώσεις), το ''λέσβιο'' σύστημα (που συναντάται σ' ένα μεγάλο τμήμα του νότιου σκέλους της οχύρωσης) και το πολυγωνικό, σημαντικό τμήμα του οποίου αποκαλύφτηκε πρόσφατα στο ακρότατο σημείο του βόρειου λόφου, αμέσως πάνω από τον απότομο γκρεμό. Το τείχος διατηρείται σε εξαιρετική κατάσταση (σε ορισμένα σημεία του σώζεται μέχρι ύψος 4 μ.) και θεμελιώνεται κλιμακωτά στο βράχο, ακολουθώντας τις έντονες κλίσεις του ορεινού εδάφους. Σε δυο σημεία του μέχρι τώρα, από ένα αντίστοιχα στο νότιο και δυτικό του σκέλος, αποκαλύφτηκαν μικρές πυλίδες, ενώ, κατά διαστήματα, ανοίγονται σ' αυτό οχετοί, για την απομάκρυνση των ομβρίων υδάτων. Στο νότιο ειδικά σκέλος του και σε κανονικές μεταξύ τους αποστάσεις, υπάρχουν μεγάλοι κύκλοι και τετράγωνοι πύργοι. Μέχρι σήμερα, έχουν έρθει στο φως τρεις τέτοιοι κυκλικοί και άλλοι τόσοι τετράγωνοι πύργοι. Αντίστοιχα, σε διάφορα σημεία του εσωτερικού μετώπου του τείχους, κολλούν μεγάλες ορθογώνιες και συμπαγείς λιθοκατασκευές. Πρόκειται για τις λεγόμενες κλίμακες ανόδου, που οδηγούσαν με σκαλοπάτια στους προμαχώνες του τείχους. Σημειώνουμε εδώ ότι, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης μελέτης, η οποία συντάχθηκε από ομάδα αρχιτεκτόνων, ξεκίνησε το 1995 και το πρόγραμμα αναστήλωσης αυτού του νότιου σκέλους της οχύρωσης. Προς το παρόν οι αναστηλωτικές εργασίες περιορίστηκαν σε μεγάλα τμήματα του τείχους , δεξιά και αριστερά αντίστοιχα της πυλίδας που βρίσκεται στην κορυφή του λόφου , στον κυκλικό πύργο αμέσως στα δεξιά της και στο μεγάλο τετράγωνο πύργο, περί τα 50 μ. ανατολικότερα. Οι επεμβάσεις στους δύο αυτούς πύργους είναι σχετικά μεγάλης κλίμακας, επειδή προβλέπεται ν' αποτελέσουν και σημεία θέασης των επισκεπτών.



2. Ακρόπολη: Καταλαμβάνει το μεγάλο πλάτωμα, που βρίσκεται στην κορυφή του Νότιου Λόφου. Σε κάτοψη, παρουσιάζει σχήμα ορθογωνίου περίπου τριγώνου, του οποίου η νότια πλευρά ταυτίζεται με το κλασικό τείχος, που διέρχεται από το σημείο αυτό. Στην πλευρά αυτή και δίπλα στο μεγάλο κυκλικό πύργο της κορυφής του λόφου, υπάρχει η μικρή πυλίδα που είδαμε, ενώ κοντά της και κολλημένη στο εσωτερικό του τείχους, βρίσκεται μια κλίμακα ανόδου με επτά σκαλοπάτια. Οι άλλες δυο πλευρές της ακρόπολης προστατεύονται με χωριστό οχυρωματικό περίβολο, στην εσωτερική όψη του οποίου και σε κανονικά μεταξύ τους διαστήματα(ανά 3μ.), υπάρχουν λιθόκτιστες αντηρίδες στη σειρά. Οι μικροί ορθογώνιοι χώροι, που δημιουργούνται με τις αντηρίδες σ' όλο το μήκος του περιβόλου, ήταν πιθανότατα στεγασμένοι, όπως φαίνεται και από τα μεγάλα αποθηκευτικά πιθάρια που βρέθηκαν σε αρκετούς απ' αυτούς τους χώρους. Μέσα στην ακρόπολη ακριβώς απέναντι από την πυλίδα του τείχους, αποκαλύφθηκε μια κυκλική δεξαμενή νερού, διαμέτρου 2 και βάθους 4 μ. Στην υψηλότερη επίσης γωνία της, ήρθε στο φως ένας τετράγωνος χώρος, πλευράς 5μ. Ο χώρος αυτός, μαζί και μ' έναν δεύτερο ανάλογο δίπλα του, αποτελούσαν ένα στρατιωτικό φυλάκιο, προς επιτήρηση της γύρω από τα Στάγειρα περιοχής. Καταλαμβάνει το υψηλότερο σημείο ολόκληρης γενικά της πόλης, με δυνατότητα κατόπτευσης τόσο αυτής, όσο και του περιβάλλοντος χώρου, σε μεγάλη μάλιστα ακτίνα.
3. Κεντρικός υδροδοτικός αγωγός: Διαπερνά το τείχος σ' ένα σημείο του νότιου σκέλους του. Αποκαλύφθηκε, μέχρι τώρα σε μήκος 45μ. Αποτελείται από πηλοσωλήνες στη σειρά, που κατέβαζαν το νερό από το μεγάλο ορεινό όγκο στα νότια της αρχαίας πόλης. Εδώ και κατά μήκος ενός σύγχρονου δασικού δρόμου, διακρίνονται πολλοί τέτοιοι πηλοσωλήνες. Δε γνωρίζουμε ακόμη την ακριβή διαδρομή του αγωγού μέσα στην πόλη, ελπίζουμε όμως ότι η μελλοντική έρευνα θα μας οδηγήσει στην κεντρική υδατοδεξαμενή.


4. Κλασικές - ελληνιστικές οικίες: Πρόκειται για τμήματα λιθόκτιστων σπιτιών του 5ου, 4ου και 3ου αιώνα π.Χ., που ανασκάφηκαν σε πολλά και διαφορετικά σημεία της πόλης. Όπως ήταν αναμενόμενο, τα αρχαιότερα στοιχεία κατοίκησης προέρχονται από το Βόρειο Λόφο, όπου ήρθαν στο φως και τα σημαντικότερα κατάλοιπα της οικιστικής αρχιτεκτονικής των Σταγείρων. Διαπιστώθηκε ότι το ορεινό του εδάφους, οι έντονες κλίσεις του και η πυκνότητα της κατοίκησης επιβάλλουν συχνά διάφορες πρακτικές λύσεις, όπως είναι για παράδειγμα, η δια λαξεύσεως επιπεδοποίηση του φυσικού βράχου και η δημιουργία βαθμιδωτών ανδήρων, πάνω στα οποία χτίζονται τα οικοδομικά τετράγωνα ή τα μεμονωμένα σπίτια. Οι κλίσεις του εδάφους επιβάλλουν επίσης συχνά την κλιμακωτή διαμόρφωση ακόμη και στα δωμάτια του ίδιου σπιτιού, βοηθούν όμως παράλληλα και στη δημιουργία υπόγειων χώρων, οι οποίοι έχουν συνήθως αποθηκευτική ή εργαστηριακή χρήση. Τα σπίτια που ερευνήθηκαν μέχρι τώρα, μας δίνουν ήδη σημαντικές πληροφορίες για την οικιστική οργάνωση, την οικιακή οικονομία και την κοινωνία των Σταγείρων. Κτισμένα με διαφόρων μεγεθών λαξευμένες ή μη πέτρες, έχουν συνήθως δάπεδα από πατημένο χώμα. Εντύπωση προξενούν συχνά τα μεγάλα δωμάτια, αλλά και οι στενοί δρόμοι ανάμεσά τους, που είναι είτε λιθόστρωτοι, είτε διαμορφωμένοι στο βράχο. Το γεγονός αυτό, αλλά και η κλιμακωτή διάταξη των σπιτιών, θυμίζουν τους παραδοσιακούς οικισμούς των ελληνικών νησιών.
5. Δεξαμενή νερού: Βρίσκεται στον αυχένα μεταξύ των δυο λόφων της πόλης, εκεί όπου, σύμφωνα με τις ανασκαφικές ενδείξεις, ήταν κτισμένα και τα δημόσια οικοδομήματά της. Πρόκειται, ακριβέστερα, για μια μικρή και ορθογώνια στέρνα ΄ύδατος, κτισμένη με τεράστιους καλολαξευμένους γωνιόλιθους και πλακοστρωμένο δάπεδο. Στην αρχική της μορφή, ολόκληρη η εσωτερική της επιφάνεια έφερε επικάλυψη με χοντρό φύλλο μολύβδου.


6. Στοά κλασικών χρόνων: Δημόσιο οικοδόμημα, που βρίσκεται στο κέντρο της πόλης, εκεί δηλαδή όπου τοποθετείται η Αγορά της.Πρόκειται για σημαντικό, ορθογώνιο και επίμηκες κτίσμα όπου συγκέντρωνε τους Σταγειρίτες για δημόσιες συζητήσεις. Έχει διαστάσεις 6 Χ 26μ. και είναι κτισμένη με μαρμάρινους κυρίως γωνιόλιθους, κατά το ψευδοισόδομο σύστημα. Η πρόσβαση στο εσωτερικό της γινόταν με μνημειακή κλίμακα στην πρόσοψή της, την οποία πρέπει να φανταστούμε ανοιχτή με κίονες στη σειρά. Τους άλλους τρεις τοίχους τις περιτρέχει εσωτερικά ένα απλό λίθινο κάθισμα(θρανίο). Για τη στήριξη της στέγης υπήρχε εσωτερική κιονοστοιχία, με οκτώ κίονες στο μέσο του πλάτους της, από τους οποίους διατηρήθηκαν οι μαρμάρινες βάσεις τους. Μπροστά στη στοά και αριστερά της κλίμακας σώθηκε η θεμελίωση ενός μικρού βωμού, με περιμετρικό αυλάκι υπερχείλισης, λαξευμένο στο βράχο.
7. Λείψανα αρχαϊκών κτιρίων: Σώζονται τα θεμέλια μόνον ενός κυκλικού και δυο ορθογωνίων κτισμάτων, που χρονολογούνται στον 6ο αιώνα π.Χ, σε εποχή δηλαδή αρκετά παλιότερης στοάς, η οποία βρίσκεται αμέσως βορειότερα. Ανάλογα και της ίδιας εποχής οικοδομικά λείψανα αποκαλύφτηκαν και στο αντίστοιχο αριστερό άκρο της πρόσοψης της στοάς, μαζί και με δυο μεμονωμένους μεγάλους γωνιόλιθους , οι οποίοι αποτελούσαν ίσως βάσεις κάποιων μνημείων.
8. Λιθόστρωτος δρόμος και δημόσιο οικοδόμημα: Από το δεξιό άκρο της στοάς ξεκινά ένας λιθόστρωτος δρόμος , ο οποίος, ύστερα από λοξή προς το νότο πορεία 20μ., συναντούσε κάθετα έναν δεύτερο επιμελημένο και πλακόστρωτο δρόμο. Ο δρόμος αυτός αποκαλύφθηκε μέχρι τώρα σε μήκος περίπου 30μ., όσο δηλαδή και το δημόσιο κτιριακό συγκρότημα που βρίσκεται αμέσως στα βόρεια και κατά μήκος του. Οι χώροι του συγκροτήματος αυτού, που οργανώνονται πίσω από μια κοινή πρόσοψη, ήταν μάλλον υπόγειοι. Ένα αξιοσημείωτο γεγονός, που σχετίζεται με την εκμετάλλευση του δημόσιου χώρου, αποτελεί η επιπεδοποίηση του φυσικού βράχου, σε διαφορετικά όμως κλιμακούμενα επίπεδα. Μέχρι τώρα διαπιστώθηκαν τρία τέτοια επίπεδα: Εγγύτερα προς τη στοά και στο υψηλότερο επίπεδο, αναπτύσσεται ένα τριμερές κτίσμα, συνολικού μήκους 12μ. Από τις ανασκαφικές ενδείξεις προκύπτει ότι εδώ στεγάζονταν κάποια από τα κλασικά καταστήματα της πόλης. Βυθισμένα στο χωμάτινο επίπεδό τους, βρέθηκαν τμήματα τριών τεραστίων πίθων και μια μεγάλη πήλινη λεκάνη, 'όλα συγκολλημένα με μολύβδινους συνδέσμους ήδη από την εποχή της τοποθέτησής τους, γεγονός που σημαίνει ότι προορίζονταν όχι για υγρά, αλλά για σταθερά προϊόντα, ίσως δημητριακά. Ο δεύτερος στη σειρά μεγάλος και ορθογώνιος χώρος του συγκροτήματος, βρίσκεται σε επίπεδο χαμηλότερο. Στο δυτικό του μισό αποκαλύφτηκαν, κοντά και παράλληλα, δυο στη σειρά λαξευμένες στο βράχο μεγάλες και επιμήκεις βαθιές κατασκευές (σαν βάρκες), που φέρου στον πυθμένα τους από πέντε αβαθείς κοιλότητες. Διάφορες άλλες λεπτομέρειες, όπως, για παράδειγμα το στόμιο εκροής στη μια από αυτές τις κατασκευές αλλά και ένας μεγάλος αριθμός λάκκων, λαξευμένων επίσης στο βράχο, καθιστούν πολύ πιθανή την άποψη ότι στο χώρο αυτό λειτουργούσε ένα πατητήρι σταφυλιών. Με την έννοια αυτήν τα δυο μεγάλα και επιμήκη λαξεύματα αποτελούσαν τον ληνό του πατητηριού, ενώ στους πολυπληθείς λάκκους του υπόλοιπου χώρου, υπήρχε ο πιθεώνας, με μεγάλα πιθάρια για το κρασί . Στο τρίτο και συνεχόμενο επίπεδο χαμηλότερα, διαμορφώνεται ένας ανάλογος, αλλά μικρότερων διαστάσεων ορθογώνιος χώρος. Η χρήση του χώρου αυτού ήταν πιθανότατα αποθηκευτική. Υπήρχε δηλαδή εδώ μια από τις δημόσιες αποθήκες της πόλης, στεγασμένη κι αυτή στο υπόγειο του ίδιου συγκροτήματος.
9. Βυζαντινό τείχος: Φράσσει τον Βόρειο Λόφο από θάλασσα σε θάλασσα, με πορεία περίπου ευθύγραμμη. Έχει μήκος γύρω στα 250μ., πάχος ένα μήκος και σώζεται μέχρι ύψους 3,5μ.. Είναι χτισμένο ακανόνιστα με μικρές πέτρες και ασβεστοκονίαμα. Κατά διαστήματα στην εσωτερική του όψη υπάρχουν λιθόκτιστες αντηρίδες. Η κατασκευή του ανάγεται στους μεσοβυζαντινούς χρόνους (11ος -10ος αιώνας μ.Χ) και σχετίζεται με την εγκατάσταση, στην κορυφή του ίδιου λόφου ενός βυζαντινού οχυρού.


10. Βυζαντινός πύργος - Αρχαϊκό τείχος και πύλη - Αψιδωτό οικοδόμημα -.Μαρμαροθετιμένο δάπεδο: Στο μέσο λοιπόν της διαδρομής του βυζαντινού τείχους και στο υψηλότερο σημείο του, αποκαλύφτηκε ένας μεγάλος τετράγωνος πύργος του, αλλά και διάφορα άλλα, ιδιαίτερα σημαντικά αρχιτεκτονικά λείψανα. Οι τοίχοι του βυζαντινού πύργου, που διατηρούνται σε μεγάλο ύψος, είναι κτισμένοι, εν πολλοίς, με καλολαξευμένους γωνιόλιθους αρχαιότερων κτισμάτων, οι οποίοι παρεμβάλλονται στην απλή του τειχοποιία με τις μικρές πέτρες και το ασβεστοκονίαμα. Δίπλα σ' αυτόν τον πύργο και δεξιά για τον ανερχόμενο, ήρθε τελευταία στο φως ένα τμήμα της πρώτης οχύρωσης της πόλης, που χρονολογείται στα αρχαϊκά χρόνια (6ος αιώνας π. Χ.). Έτσι αποδείχτηκε ότι η γραμμή του αρχαϊκού τείχους ταυτίζεται ακριβώς μ' εκείνη του βυζαντινού. Διαπιστώθηκε δηλαδή ότι το βυζαντινό τείχος, που φράσσει τον Βόρειο Λόφο στην αρχή του, χρησιμοποιεί ως θεμέλιο αυτό ακριβώς το αρχαϊκό τείχος. Το στοιχείο αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, για την έκταση κυρίως που είχε η πόλη από την εποχή της ίδρυσής της (7ος αι. π.Χ.) μέχρι τις αρχές του 5ου αι. π.Χ., οπότε η αύξηση του πληθυσμού της επέβαλε την επέκτασή της και στον γειτονικό Νότιο Λόφο, με την κατασκευή της πρώιμης κλασικής οχύρωσης που είδαμε. Στο μικρό τμήμα του αρχαϊκού τείχους που ανασκάφτηκε μέχρι τώρα, ήρθε στο φως και μια από τις κύριες πύλες της αρχαιότερης πόλης των Σταγίρων, μπροστά στην οποία μάλιστα βρέθηκε πεσμένο και σπασμένο το μαρμάρινο υπέρυθρό της. Το υπέρθυρο αυτό πρέπει να είχε συνολικό μήκος γύρω στα 2,50μ., ενώ το σημαντικότερο είναι ότι αποδίδει ανάγλυφα ένα αγριόχοιρο αριστερά, αντιμέτωπο με ένα λιοντάρι στα δεξιά. Από την παράσταση αυτή, η οποία ως γνωστόν, διακοσμεί και τα τετράδραχμα των Σταγίρων (εκεί βέβαια στη δραματική σύνθεση του σπαραγμού ενός κάπρου από το λιοντάρι) βρέθηκαν τα δυο ακραία της τμήματα. Το εύρημα είναι ιδιαίτερα σημαντικό όχι μόνον γιατί μας δίνει ένα μεγάλο έργο της αρχαϊκής πλαστικής, όχι μόνον γιατί απεικονίζει το ιερό ζώο και σύμβολο της πόλης των Σταγίρων, δηλαδή τον κάπρο (ας θυμηθούμε εδώ ότι το όνομα "κάπρος" έφεραν τόσο στο λιμάνι της πόλης, όσο και το νησάκι απέναντί της), αλλά και επειδή σώζει τμήματα μιας επιγραφής του 6ου αιώνα π.Χ., χαραγμένης μάλιστα βουστροφηδόν. Τον μεγάλο τετράγωνο βυζαντινό πύργο τον περιβάλλει επακριβώς ένα δημόσιο αψιδωτό οικοδόμημα (διαστάσεων 9Χ10 μ.), που δίνει αρχικά την εντύπωση πύργου του αρχαϊκού τείχους που είδαμε. Προσεκτικότερη όμως παρατήρηση και τα κινητά ευρήματα πείθουν ότι το οικοδόμημα αυτό, μολονότι είναι κτισμένο με καλό οικοδομικό υλικό (το οποίο προέρχεται από αρχαιότερα δημόσια οικοδομήματα), όμως ανήκει στα πρώιμα ελληνιστικά χρόνια. Η λειτουργία του παραμένει, προς το παρών, προβληματική. Εσωτερικά του βυζαντινού και, κατά συνέπεια, και του αρχαϊκού τείχους, πίσω δηλαδή από την αρχαϊκή πύλη που είδαμε, αλλά έκκεντρα και λοξά τόσο αυτής, όσο και των άλλων κτισμάτων της ίδιας περιοχής, αποκαλύφτηκε κι ένα μεγάλο μαρμαροθετημένο δάπεδο ορθογωνίου σχήματος. Στο κέντρο του μαρμαροθετήματος υπάρχει μια ανάλογα ορθογώνια, αλλά κενή σήμερα μικρή επιφάνεια, στην οποία είναι πολύ πιθανό να υπήρχε αρχικά στημένος ένας μικρός βωμός του 6ου αιώνα π.Χ.


11. Βυζαντινός οχυρωματικός περίβολος - Βυζαντινός πύργος και κινστέρνα: Όπως σημειώσαμε παραπάνω (βλ. αριθμ. 9), στο μεγάλο επίπεδο χώρο, επιφανείας περίπου ενός στρέμματος, που δημιουργείται στην κορυφή του Βόρειου Λόφου, είχε εγκατασταθεί, κατά τους μέσους βυζαντινούς χρόνους, ένα στρατιωτικό οχυρό. Για την οικοδόμησή του χρησιμοποιήθηκε παλιότερο υλικό των αρχαίων Σταγείρων και κορασάνι. Εκτός από το βυζαντινό τείχος, που είδαμε ότι φράσσει ολόκληρο το λόφο, το οχυρό αυτό προστατευόταν και με χωριστό οχυρωματικό περίβολο, πάχους 1 μ., ο οποίος διατηρείται σε μεγάλο ύψος. Σε κάτοψη παρουσιάζει σχήμα τραπεζιού και ενισχύεται εσωτερικά με αντηρίδες, ενώ, εξωτερικά, με τετράγωνους ή κυκλικούς πύργους και πυργοειδείς προβολές. Μέσα στον περίβολο είναι ευδιάκριτα τα ερείπια ενός βυζαντινού πύργου. Αμέσως ανατολικά του, σώζεται, σε καλή κατάσταση, μια μεγάλη και τετράγωνη υδατοδεξαμενή (βυζαντινή κινστέρνα), πλευράς 5 μ. περίπου, η οποία φέρει εσωτερικό επίχρισμα με υδραυλικό κονίαμα. Κάτω από το κονίαμα αυτό διακρίνονται αρκετοί και τεράστιοι, επιμελώς λαξευμένοι γρανίτινοι γωνιόλιθοι, παρόμοιοι και με πολλούς άλλους που υπάρχουν εντοιχισμένοι σε όλα γενικά τα βυζαντινά κτίσματα.


12. Αρχαϊκός ναός: Οι καλολαξευμένοι γρανίτινοι γωνιόλιθοι που μόλις αναφέραμε, αποδείχτηκε ότι προέρχονται από έναν μεγάλο και μάλλον εκατόμπεδο αρχαϊκό ναό (6ος αιώνας π.Χ.), ο οποίος άρχισε ν' ανασκάπτεται στην κορυφή του Βόρειου Λόφου. Μέχρι τώρα αποκαλύφτηκε, σε μήκος άνω των 30 μ., μόνον ο ένας μακρύς του τοίχος, που διατηρείται μέχρι ύψους 2,20 μ. Αρχιτεκτονικά στοιχεία του ναού αποκαλύφτηκαν και άλλα, πλην όμως εντελώς αποσπασματικά ακόμη, αφού η ανασκαφή δεν έχει ολοκληρωθεί. Σημαντικά όμως, για τον ναϊκό χαρακτήρα του οικοδομήματος, είναι, εκτός των άλλων, και αρκετά κομμάτια αρχιτεκτονικών του ή άλλων γλυπτών. Από τα τελευταία σημειώνουμε εδώ τα πολλά τμήματα ενός μεγάλου μαρμάρινου γείσου με ανθέμια και άνθη λωτού εναλλάξ, καθώς και άλλα ενός τεράστιου ιωνικού κυματίου. Στον γλυπτικό διάκοσμο του ναού ανήκουν επίσης ένα τμήμα ανδρικού γενειοφόρου προσώπου, όπως κι ένα μικρό κεφάλι εξαιρετικής ιωνικής τέχνης.
13. Υστεροκλασικό τείχος: Βρίσκεται στα ΒΑ πρανή του Βόρειου Λόφου. Αποκαλύφτηκε, μέχρι τώρα, σε μήκος 140 μ. Στο χαμηλότερο τμήμα του ακολουθεί πορεία ζιγκζαγκωτή, η οποία ψηλότερα γίνεται ευθύγραμμη. Σε σχέση με το πρωιμότερο κλασικό τείχος, τμήματα του οποίου αποκαλύφτηκαν λίγο χαμηλότερα (αμέσως πάνω από την κρημνώδη ακτή), αυτό φαίνεται να εξαιρεί μέρος της παλιότερης πόλης. Έχει πάχος 1,80 μ., σώζεται μέχρι ύψους 3 μ. και είναι κτισμένο ακανόνιστα. Στο μέσο περίπου της διαδρομής του, ανοίγεται μια μικρή πυλίδα. Όπως αποδείχτηκε με την ανασκαφή, πρόκειται για το τείχος που έκτισε ο Φίλιππος Β΄, αφού πρώτα ο ίδιος είχε καταστρέψει την πόλη, στα 349 π.Χ. Σύμφωνα με τις πηγές, η ανοικοδόμηση των Σταγείρων από το Φίλιππο έγινε κατά παράκληση του Αριστοτέλη, ο οποίος είχε στο μεταξύ προσληφθεί ως δάσκαλος του Αλεξάνδρου. Κατά διαστήματα στο εσωτερικό μέτωπο του τείχους, κολλούν εγκάρσιοι τοίχοι, οι οποίοι, σε συνδυασμό και με την επιπεδοποίηση του βράχου, δημιουργούν κλιμακωτά οικιστικά άνδηρα. Στο υψηλότερο ειδικά τμήμα του τείχους και σε επαφή με την εσωτερική του πλευρά, ήρθαν στο φως τελευταία αρκετοί ορθογώνιοι χώροι, που ανήκουν σε σπίτια των ελληνιστικών κυρίως χρόνων.


Πηγή:http://eleythir.pblogs.gr/2009/06/stageira-h-patrida-toy-aristotelh.html
(Α.Σ.). Ημερομηνία πρόσβασης: 30/5/2012

Αρχαιολογικοί Χώροι Χαλκιδικής

Η σημαντικότερη αρχαία πόλη-λιμάνι της ΒΑ Χαλκιδικής, αποικία Ανδρίων. Ιδρύθηκε στα μέσα του 7ου αι. π.Χ. καταλαμβάνοντας θέση προϊστορικού οικισμού. Η πόλη εκτείνεται σε παράκτια λοφοσειρά 600μ. περίπου ΝΑ από τη σημερινή Ιερισσό και ανασκάπτεται από την ΙΣΤ' Ε.Π.Κ.Α. Στην έκτασή της διατηρούνται τμήματα από τα τείχη, ανάμεσά τους και ένα εντυπωσιακό μέρος ίσως της ακρόπολης, καθώς και διάσπαρτα αρχιτεκτονικά μέλη και κτίσματα από τα κλασικά και ελληνιστικά κυρίως χρόνια. Το εκτεταμένο νεκροταφείο της κατέχει την παράλια ζώνη της Ιερισσού και χρησιμοποιείται από τα αρχαϊκά (7ος, 6ος αι. π.Χ.) ως τα νεότερα χρόνια (17ος αι.), αριθμεί δε γύρω στους 9.000 τάφους.


Μάμας
Τούμπα που κατοικήθηκε από το τέλος της Nεολιθικής περιόδου έως και την Eποχή του Σιδήρου σε αλλεπάλληλα στρώματα. Πρόκειται για μία από τις πιο σημαντικές προϊστορικές θέσεις της Χαλκιδικής από άποψη διάρκειας κατοίκησης και μεγέθους. Στα δυτικά της τούμπας εντοπίσθηκε οργανωμένο νεκροταφείο της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού, το παλαιότερο νεκροταφείο που έχει βρεθεί στη Μακεδονία. Ανασκάφτηκε με μικρές διερευνητικές τομές το 1928 από τον άγγλο αρχαιολόγο W.A. Heurtley, ενώ από το 1993 ξεκίνησε νέα ανασκαφή συστηματική από τη Γερμανική Αρχαιολογική Σχολή, υπό τη διεύθυνση του αρχαιολόγου Dr B.Haensel. Η νέα ανασκαφή βρίσκεται σε εξέλιξη, ήδη όμως έφερε στο φώς ενδιαφέροντα ευρήματα στον τομέα της προϊστορικής αρχιτεκτονικής και αγγειοπλαστικής. Το νεκροταφείο ερευνήθηκε το 1992 από τη ΙΣΤ' ΕΠΚΑ.





Όλυνθος

Η Όλυνθος, για έναν αιώνα, υπήρξε η σπουδαιότερη πόλη της Χαλκιδικής. Η κτίση της χάνεται στα μυθικά χρόνια. Από αρχαιολογικά ευρήματα προκύπτει ότι στη θέση της πόλης υπήρχε ένας αξιόλογος προϊστορικός οικισμός, του οποίου συνέχεια υπήρξε η πόλη των κλασικών χρόνων. Σύμφωνα με τη μυθολογία ο Όλυνθος ήταν γιος του βασιλιά της Θράκης Στρυμόνα και σκοτώθηκε σε κυνήγι λιονταριού. Μετά το θάνατό του ο αδελφός του ο Βράγγας έκτισε προς τιμή του την Όλυνθο. Κατά μια άλλη εκδοχή ο Όλυνθος ήταν γιος του Ηρακλή. Συγκεκριμένες μαρτυρίες για την πόλη έχουμε από τον 7ο π.Χ. αι., όταν την κατέλαβαν οι Βοττιείς. Το 480 π.Χ. ο Πέρσης στρατηγός Αρτάβαζος κατέλαβε την Όλυνθο και την κατέστρεψε σχεδόν ολοκληρωτικά. Όσους από τους κατοίκους συνέλαβε, τους έσφαξε στα έλη που βρίσκονται μεταξύ Ολύνθου και Ποτίδαιας. Μετά την καταστροφή παρέδωσε την πόλη στους Χαλκιδείς και έτσι έγινε και η Όλυνθος χαλκιδική πόλη. Μετά τους περσικούς πολέμους έγινε μέλος της Αθηναϊκής Συμμαχίας.







Γύρω στο 440 π.Χ. αποσκίρτησε από τους Αθηναίους και με την προτροπή του Περδίκα της Μακεδονίας πολλές παραθαλάσσιες χαλκιδικές πόλεις συνοικίστηκαν στην Όλυνθο. Έτσι η πόλη ισχυροποιήθηκε τόσο, ώστε, σύμφωνα με τον ιστορικό Ξενοφώντα, να μπορεί να συντηρεί στρατιωτική δύναμη 20.000 ανδρών. Η ίδρυση του Κοινού των Χαλκιδέων, δηλ., η πολιτική ένωση 32 πόλεων της Χαλκιδικής κάτω από την αιγίδα της Ολύνθου, συνέβαλε ουσιαστικά στην περαιτέρω ανάπτυξη της πόλης. Στα χρόνια της βασιλείας του Αμύντα Β΄ (393-369 π.Χ.) η κυριαρχία της πόλης επεκτάθηκε και σε ένα μέρος της Μακεδονίας, στο οποίο περιλαμβανόταν και η Πέλλα.
Το 379 π.Χ. την πόλη κατέλαβαν οι Λακεδαιμόνιοι και διέλυσαν το Κοινό τους, αλλά πολύ σύντομα η Όλυνθος απελευθερώθηκε πάλι, ξαναΐδρυσε το Κοινό και απόχτησε τέτοια ισχύ, ώστε όλες οι μεγάλες δυνάμεις του ελληνικού χώρου να επιδιώκουν τη συμμαχία της. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο Φίλιππος της Μακεδονίας, προκειμένου να αποσπάσει την Όλυνθο από την επιρροή των Αθηναίων, της παραχώρησε την εύφορη κοιλάδα του Ανθεμούντα (σήμερα Γαλάτιστας) και κατέλαβε για χάρη της την Ποτίδαια. Οι Ολύνθιοι, επειδή κατάλαβαν ότι η συμπεριφορά του Φιλίππου δεν ήταν ανιδιοτελής, διέλυσαν το 352 π.Χ. τη συμμαχία με τους Μακεδόνες. Με αφορμή την άρνηση των Ολυνθίων να παραδώσουν τον αδελφό του Αρριδαίο, που κατέφυγε στην πόλη τους, ο Φίλιππος εξεστράτευσε με ισχυρές δυνάμεις εναντίων των χαλκιδικών πόλεων. Λέγεται ότι αποτέλεσμα αυτής της εκστρατείας ήταν η καταστροφή των 32 πόλεων του Κοινού. Στη συνέχεια πολιόρκησε την Όλυνθο, η οποία ζητούσε απεγνωσμένα βοήθεια από τους Αθηναίους. Ο γνωστός Αθηναίος ρήτορας και πολιτικός Δημοσθένης εκφώνησε τους Ολυνθιακούς λόγους του, προτρέποντας την πόλη του να στείλει βοήθεια στην Όλυνθο. Όταν όμως ξεκίνησε η κυρία αθηναϊκή δύναμη, η Όλυνθος έπεσε με προδοσία στα χέρια του Φιλίππου (348 π.Χ.).

Η τύχη της πόλης είχε προδιαγραφεί από τον καιρό της πολιορκίας, όταν ο Φίλιππος απάντησε στην ολυνθιακή πρεσβεία που τον επισκέφτηκε για σύναψη ειρήνης ότι "πρέπει ή εκείνοι να μην κατοικούν πια στην Όλυνθο ή αυτός στη Μακεδονία". Έτσι, μετά τη λεηλασία της, ακολούθησε η ολοκληρωτική καταστροφή της. Όσοι από τους κατοίκους της πιάστηκαν αιχμάλωτοι, πουλήθηκαν δούλοι. Ανάμεσα στους αιχμαλώτους ήταν και τα αδέλφια του Φιλίππου, Αρριδαίος και Μενέλαος, οι οποίοι μεταφέρθηκαν στην Πέλλα και θανατώθηκαν. Η Όλυνθος δεν ξανακτίσθηκε μετά το 348 π.Χ. Οι περισσότεροι από τους Ολυνθίους που σώθηκαν, εγκαταστάθηκαν από τον Κάσσανδρο στην Κασσάνδρεια το 315 π.Χ. Για την πράξη του αυτή ο Κάσσανδρος κατηγορήθηκε από τους πολιτικούς αντιπάλους του ότι ξανακτίζει την αντίπαλο των Μακεδόνων, την Όλυνθο κατάγονταν πολλές προσωπικότητες. Αναφέρουμε τον Καλλισθένη, ανιψιό του Αριστοτέλη και συμμαθητή του Μεγ. Αλεξάνδρου, και τους ιστορικούς Στράττη και Έφιππο, που συνόδευσαν το Μ. Αλέξανδρο στην εκστρατεία του.
Η αρχαία Όλυνθος όπως αναφέραμε βρίσκεται στα υψώματα ανατολικά του χωριού. Ο χώρος είναι περιφραγμένος και η είσοδος είναι στη ΝΔ βάση των υψωμάτων, όπου βρίσκεται και το φυλάκιο του αρχαιοφύλακα. Ως την είσοδο υπάρχει αυτοκινητόδρομος καλής βατότητας. Η κίνηση μέσα στον αρχαιολογικό χώρο γίνεται μόνο με πεζοπορία. Η θέση της πόλης ήταν ταυτισμένη από τον περασμένο αιώνα. Οι κάτοικοι της περιοχής την ονόμαζαν "Πύργο" (όνομα που χρησιμοποιείται ακόμη και σήμερα από τους ντόπιους), εξαιτίας ενός βυζαντινού πύργου που ασφάλιζε το εκεί μετόχι της μονής Κασταμονίτου του Αγίου Όρους. Από τον πύργο αυτόν σώζεται σήμερα μόνον η θεμελίωσή του στο νότιο άκρο της πόλης. Τα έτη 1928, 1931, 1934 και 1938 έγιναν εκτεταμένες ανασκαφικές έρευνες από αμερικανική αρχαιολογική αποστολή με τη διεύθυνση του καθηγ. David M. Robinson. Τα συμπεράσματα των ανασκαφών έχουν δημοσιευτεί σε δώδεκα ογκώδεις τόμους, οι οποίοι αποτελούν για τους αρχαιολόγους βασικό έργο για τη μελέτη της αρχαίας ελληνικής τέχνης. Μια όμως από τις σημαντικότερες προσφορές του Robinson είναι η ολοκληρωμένη εικόνα που μας έδωσε για την πολεοδομική οργάνωση μιας πόλης των κλασικών χρόνων.
Όπως προαναφέραμε, η Όλυνθος καταστράφηκε το 480 π.Χ. από τους Πέρσες. Γύρω στο 440 π.Χ. προστέθηκαν στους κατοίκους της μερικές χιλιάδες νέοι κάτοικοι, που προέρχονταν από τις παραθαλάσσιες χαλκιδικές πόλεις. Έχοντας υπόψη μας αυτά τα ιστορικά στοιχεία και επιπλέον τα ανασκαφικά δεδομένα, μπορούμε να πούμε τα εξής: Η αρχαϊκή πόλη, που ήταν συνέχεια της προϊστορικής, βρισκόταν στο νότιο λόφο, όπου οι δρόμοι ακολουθούσαν τις κλίσεις του εδάφους και διασταυρώνονταν από άλλους εγκάρσιους. Στο τμήμα αυτό της πόλης δεν μπορούμε να μιλήσουμε για ένα κανονικό πολεοδομικό σύστημα.


Ο βόρειος λόφος φαίνεται ότι ήταν ο χώρος της νέας μαζικής εγκατάστασης των Χαλκιδέων. Η αξιοποίησή του καθοδηγήθηκε από μια απόλυτα ορθολογιστική σκέψη. Στο νότιο όριο του "νέου" οικισμού μερικές από τις λεωφόρους ακολουθούν κατεύθυνση προς τα ΝΑ, ενδεικτική του άξονα επικοινωνίας μεταξύ Ολύνθου και Μηκύβερνας, η οποία μετά το 421 π.Χ. ήταν το λιμάνι της Ολύνθου. Η ακρίβεια του πολεοδομικού σχήματος της Ολύνθου μας βοηθάει να κατανοήσουμε πως εφαρμοζόταν το Ιπποδάμειο πολεοδομικό σύστημα. Κάθε οικοδομικό τετράγωνο περιλάμβανε συνήθως δέκα κατοικίες, οι οποίες είχαν εσωτερική αυλή και εκτός από τα απαραίτητα δωμάτια, βοηθητικούς χώρους με τρεχούμενο νερό και σύστημα αποχέτευσης. Η συνολική εντύπωση που προσφέρει η πόλη είναι λιγότερο ενδιαφέρουσα από την εντύπωση άλλων μεγάλων συγχρόνων της πόλεων: τα σπίτια είναι ταπεινά, λείπουν οι μεγάλοι κοινόχρηστοι χώροι και όλα είναι μέτρια, εκτός βέβαια από τις λίγες βίλες, οι οποίες όμως βρίσκονται έξω από την κυρίως πόλη. Η πόλη ήταν οχυρωμένη με πλινθόκτιστο τείχος, πάνω στο οποίο "ακουμπούσαν" οι πρώτες σειρές των σπιτιών. Η αγορά της πόλης τοποθετείται σ' έναν ελεύθερο χώρο με στοά, ο οποίος εντοπίστηκε στον αυχένα που ενώνει τον παλιό με τον νέο οικισμό. Τα ευρήματα των ανασκαφών βρίσκονται στα μουσεία της Θεσσαλονίκης και του Πολυγύρου.








Μένδη

Η αρχαία Μένδη αναφέρεται από τον Θουκυδίδη σαν αποικία της Ερέτριας η οποία ιδρύθηκε στην Παλλήνη, την δυτικότερη χερσόνησο της Χαλκιδικής. Η χρονολογία ίδρυσής της δεν μας παραδίδεται, η παρουσία των Ερετριέων και Χαλκιδέων ωστόσο στον βόρειο Ελλαδικό χώρο ανάγεται γενικά στo πλαίσιο του Β' αποικισμού, τον 8ο αι. π.Χ. Η πόλη οφείλει το όνομά της στο αρωματικό φυτό μίνθη, ένα είδος μέντας, που φύεται ακόμη στην περιοχή. Η μεγάλη οικονομική της άνθηση, ήδη από τις αρχές του 6ου αι., επιβεβαιώνεται από την μεγάλη κυκλοφορία των νομισμάτων της και οφείλεται κυρίως στις εξαγωγές του περίφημου "Μενδαίου οίνου". Η Μένδη υπήρξε και ο τόπος καταγωγής του γνωστού γλύπτη του 5ου αι. Παιώνιου, ο οποίος φιλοτέχνησε και το άγαλμα της Νίκης στην Ολυμπία. Η πόλη στον 5ο αι. ήταν από τους οικονομικά ισχυρότερους συμμάχους της Αθήνας, αποστάτησε ωστόσο στην διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου (431-404 π.Χ.), γεγονός που προκάλεσε την πολιορκία και λεηλασία της από τους Αθηναίους. Στα μέσα του 4ου αι. η πόλη καταλαμβάνεται από τον Φίλιππο Β' και σταδιακά παρακμάζει.

 Η θέση της αρχαίας πόλης στην περιοχή της Κοινότητας Καλάνδρας ταυτίστηκε από τον Leake τον 19ο αι., και επιβεβαιώνεται από τοπογραφικά στοιχεία των Θουκυδίδη και Λίβιου, την επιβίωση του τοπωνυμίου "Ποσείδι" στο γειτονικό ακρωτήρι, αλλά και από τα ανασκαφικά στοιχεία. Συστηματική ανασκαφική έρευνα στην αρχαία Μένδη διενεργήθηκε από το 1986-1994, από την ΙΣΤ'Εφορεία Προϊστορικών & Κλασσικών Αρχαιοτήτων υπό την εποπτεία της Ιουλίας Βοκοτοπούλου. Ο κυρίως αρχαιολογικός χώρος, εκτάσης 1200 Χ 600 μ., εντοπίζεται στο επίπεδο πλάτωμα και τις πλαγιές ενός πευκόφυτου λόφου ο οποίος καταλήγει ομαλά προς την θάλασσα. Στην Ακρόπολη, γνωστή ως Βίγλα, η οποία εκτείνεται στο ψηλότερο, ΝΑ σημείο του λόφου, ερευνήθηκαν συστάδες από λάκκους-αποθέτες, οι οποίοι είχαν αρχικά αποθηκευτικό χαρακτήρα. Το κύριο περιεχόμενό τους ήταν κεραμική από τον 12ο έως και τον 7ο αι. π.Χ. Στο πλάτωμα, γνωστό και ως Ξέφωτο, δοκιμαστική τομή αποκάλυψε τμήμα του τείχους. Στο"Προάστειο", το οποίο αναφέρεται από τον Θουκυδίδη και το οποίο καταλαμβάνει την παραθαλάσσια περιοχή της αρχαίας πόλης, αποκαλύφθηκαν, εκτός των άλλων, επάλληλα τμήματα κατοικιών και δρόμων, που χρονολογούνται από τον 9ο ως και τον 4ο αι. π.Χ. Στο νεκροταφείο, το οποίο εντοπίστηκε στην παραλία του ξενοδοχείου Μένδη, ερευνήθηκαν 241 συνολικά ταφές, κυρίως εγχυτρισμοί βρεφών και μικρών παιδιών, που χρονολογούνται από τα τέλη του 8ου-αρχές 7ου ως τα τέλη του 6ου αι. π.Χ. Τα αγγεία ήταν κυρίως γραπτά, με φυτική και γεωμετρική διακόσμηση, ή και εγχάρακτα.


Ποτίδαια
Η Ποτίδαια ιδρύθηκε γύρω στα 600 π.Χ. από Κορίνθιους αποίκους.



 Στους Περσικούς Πολέμους έπαιξε σημαντικό ρόλο, ενώ η αποστασία της το 432-31 π.Χ. από την Α' Αθηναϊκή Συμμαχία αποτέλεσε μία από τις αφορμές του Πελοποννησιακού Πολέμου. Ακολούθησαν αλλεπάλληλες καταλήψεις από τους Αθηναίους και τους Σπαρτιάτες και η τελική ερήμωσή της το 356 π.Χ. από το Φίλιππο Β'. Το 316-15 π.Χ. ο Κάσσανδρος ιδρύει στην ίδια θέση μια νέα πόλη, την Κασσάνδρεια, που ανθεί σε όλη την ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο.

 Από ένα πλήθος σωστικών ανασκαφών, που διενεργεί η ΙΣΤ' Ε.Π.Κ.Α., αποκαλύφθηκαν αρχαϊκά στρώματα με αξιόλογη κεραμική και οικοδομικά λείψανα καθώς και κλασικής εποχής τάφοι Αθηναίων κληρούχων. Από την ελληνιστική και ρωμαϊκή Κασσάνδρεια σώζονται τμήματα της οχύρωσης, του οικοδομικού ιστού και των νεκροταφείων, με σημαντικότερο πρόσφατο εύρημα μονοθάλαμο μακεδονικό τάφο.






Ρόδα
ΑΡΧΑΙΟ ΙΕΡΟ Το ιερό έχει διάρκεια ζωής από την όψιμη αρχαϊκή ως και την ελληνιστική εποχή και η ιστορία του συνδέεται με δύο αρχαίες πόλεις της περιοχής, τη Σάνη, αποικία των Ανδρίων και την Ουρανούπολη την πόλη που ίδρυσε το 315 π.Χ ο Αλέξαρχος, αδελφός του βασιλιά της Μακεδονίας Κασσάνδρου. Στα τέλη του 6ου αι. π.Χ ο Αλέξαρχος οι κάτοικοι της Σάνης ίδρυσαν το ιερό εκτός των τειχών της πόλης και έκτισαν τον οίκο εν παραστάσει. Στα τέλη του 4ου αι. π.Χ ο Αλέξαρχος ιδρύει την Ουρανούπολη και εντάσσει το ιερό στη νέα πόλη. Στο οικοδομικό του πρόγραμμα συγκαταλέγονται μνημειακές κατασκευές, ο ελληνιστικός ναός, η επισκευή του αρχαϊκού οίκου κ ά. Το ιερό εγκαταλείφθηκε τον 3ο αι. π.Χ. Η αρχαιολογική έρευνα ξεκίνησε το 1990 όταν κατά τη διάρκεια αυτοψίας βρέθηκε ένα υστεροαρχαϊκό ανθεμωτό ακροκέραμο και ένα οκταεδρικό αγγείο.




Το 1990 στη διάρκεια δοκιμαστικών τομών εντοπίστηκαν τμήματα του αρχαϊκού οίκου και του ελληνιστικού ναού. Το 1992-3, ανασκάφηκε ο οίκος, ενώ την ίδια χρονιά ξεκίνησε και η ανασκαφή του ναού που συνεχίστηκε και το 1994. Το 1995 η ανασκαφή χαρακτηρίστηκε συστηματική και το 1996 ξεκίνησε η ανασκαφή του συγκροτήματος των ελληνιστικών κτιρίων νότια του ναού. Τα σημαντικότερα κτίσματα είναι: Αρχαϊκός "οίκος" που αποτελείται από σηκό και πρόναο εν παραστάσι. Υψώνεται πάνω σε πόδιο από γρανίτη (1μ. ύψος) και έχει ασβεστολιθικούς τοίχους των οποίων το εξωτερικό μέτωπο διακοσμείται με κυψελωτό θέμα. Το πιο ενδιαφέρον εύρημα του κτιρίου ήταν οι πήλινες κορινθιακές κεραμίδες της στέγης και τα ακρωτήρια. Ελληνιστικός ναός. Αποτελείται από πρόναο με πρόσταση και σηκό με τρεις εισόδους, κτιστό θρανίο κατά μήκος του ανατολικού του τοίχου, τράπεζα για αναίμακτες προσφορές και περίπου στο κέντρο λιθοσωρό με ίχνη καύσης. Στον πρόναο βρέθηκε μαρμάρινη κεφαλή Ηλίου και μαρμάρινο κεφάλι κοριτσιού.


Τορώνη

Η Τορώνη, στο ΝΔ. άκρο της χερσονήσου Σιθωνίας της Χαλκιδικής, ιδρύθηκε από τους Χαλκιδείς της Εύβοιας κατά τη διάρκεια του 8ου-7ου αιώνα π.Χ. Το 480 π.Χ., η πόλη βοήθησε τους Πέρσες κατά την εκστρατεία του Ξέρξη εναντίον της Ελλάδας και λίγα χρόνια αργότερα αποτέλεσε μέλος της Α' Αθηναϊκής συμμαχίας. Στη διάρκεια των γεγονότων του πελοποννησιακού πολέμου, σύμφωνα με το Θουκυδίδη (Θουκ. IV 110-116 και V 2-3), έγινε πεδίο συγκρούσεων μεταξύ Αθηναίων και Σπαρτιατών. Στην περιοχή ανασκαφικές έρευνες πραγματοποιήθηκαν από το 1975 και εξής από την Αρχαιολογική Εταιρεία σε συνεργασία με το Αυστραλιανό Ινστιτούτο υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Αλ. Καμπίτογλου. Το λιμάνι της Τορώνης τοποθετείται ανατολικά της Ληκύθου, του μικρού ακρωτηρίου που υψώνεται σήμερα 13 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, στα Βόρεια της αρχαίας πόλης, εκεί όπου η παρουσία ενός μυχού, αλλά και τα ενάλια αρχιτεκτονικά κατάλοιπα κάνουν πιθανή τη θέση του. Η Λήκυθος, που κατοικήθηκε με μικρές διακοπές από την πρώιμη εποχή του Χαλκού έως και τον 17ο αιώνα μ.Χ., αποτελεί ένα σημαντικό τμήμα της ιστορίας της πόλης, με την οποία συνδέεται με ένα στενό ισθμό που στην αρχαιότητα, όπως απέδειξε η πρόσφατη υποβρύχια έρευνα, υπήρξε ευρύτερος. Κατά τη διάρκεια των τριών περιόδων υποθαλάσσιων ερευνών στην Τορώνη, οι οποίες είχαν προκαταρκτικό χαρακτήρα, έγινε φανερό ότι, η σημερινή θαλάσσια περιοχή στα ΒΑ του ισθμού, στην αρχαιότητα αποτελούσε τμήμα του πολεοδομικού ιστού της πόλης, με μικρή όμως υψομετρική διαφορά, σε σχέση με την περιοχή του σημερινού λαιμού της Ληκύθου. Μέσα στη θάλασσα, σε απόσταση 35μ. περίπου από τη σύγχρονη ακτογραμμή και σχεδόν παράλληλα με αυτήν εντοπίζεται κρηπίδωμα μήκους 60μ. και πλάτους σχεδόν 2 μ., το οποίο στα δύο μέτωπά του διατηρεί σε διάφορα σημεία μεγάλους γωνιόλιθους γρανίτη. Το εσωτερικό του αποτελεί συμπαγές λατυποπαγές υλικό, πιθανόν τεχνητά διαμορφωμένο. Νότια αυτού του κρηπιδώματος και σε απόσταση 20μ. από την παραλία, μία δεύτερη παρόμοια κατασκευή, μήκους πάνω από 80μ. δηλώνει την ύπαρξη μιας δεύτερης ακτογραμμής, που δημιουργήθηκε σε εποχή μεταγενέστερη της πρώτης.


Η έρευνα, που επικεντρώθηκε στο νότιο μέτωπο του ανατολικού τμήματος του εσωτερικού κρηπιδώματος, εκεί όπου τρεις αδροδουλεμένες λιθόπλινθοι βρίσκονται στη θέση τους, απέδειξε ότι αυτές εδράζονται στο προαναφερόμενο συσσωματωμένο υλικό. Κάθετα σε αυτές, με προσανατολισμό Β-Ν, αποκαλύφθηκε άλλος τοίχος από μεγάλες λιθοπλίνθους επίσης, που σώζεται σε ύψος τουλάχιστον τριών δόμων. Στη γωνία, που διαμορφώνεται μεταξύ τους, εντοπίστηκε πλήθος θραυσμάτων αμφορέων κλασικών χρόνων. Η χρονολόγησή τους στην κλασική περίοδο, συμπεραίνεται από την κεραμική (μελαμβαφής κυρίως) που βρέθηκε κατά τον καθαρισμό των τοίχων, που κείνται στη σημερινή παραλία και ανήκουν σε κτήρια, που χτίστηκαν αρχικά στη στεριά. Ένα εκτεταμένο στρώμα καταστροφής με πλήθος θραυσμάτων κεραμιδιών στέγης, βαμμένων κόκκινων και μαύρων, που καλύπτει όλη την παραλιακή περιοχή Βόρεια του τείχους C, ανήκει σε οικοδομική φάση των κλασικών χρόνων. Περιέχει σημαντικό αριθμό τμημάτων αγγείων, αποθηκευτικού κυρίως χαρακτήρα (πιθαριών, αμφορέων), έτσι ώστε μια ερμηνεία των παραλιακών αυτών οικοδομημάτων με χώρους, που συνδέονται με τη λειτουργία του λιμανιού να μη φαίνεται απίθανη. Είναι γνωστό, εξάλλου, ότι στην Τορώνη στην αρχαιότητα το εμπόριο κρασιού ήταν ιδιαίτερα ανθηρό. Στην ίδια περιοχή, ένας μεγάλος πίθος, διαμ. 1μ. περίπου, βρέθηκε in situ, με σπασμένους αμφορείς του 5ου αιώνα π.Χ. στο εσωτερικό του. Για την ερμηνεία των κτηρίων αυτών, που στην αρχαιότητα βρίσκονταν σε άμεση γειτνίαση με το λιμάνι, ως κτήρια εμπορικού - αποθηκευτικού χαρακτήρα συνηγορεί εκτός της θέσης και του είδους των αγγείων και το ιδιαίτερα μεγάλο μέγεθός τους, αν λάβει κανείς υπόψη, ότι οι τοίχοι 5, 9 και 4 σώζονται σε μήκος πλέον των 10 μέτρων.

Η χρονολόγησή τους στο β' μισό του 5ου αιώνα π.Χ. άλλωστε θα μπορούσε με πολλή προς το παρόν επιφύλαξη, να οδηγήσει στη σκέψη, ότι ίσως δεν είμαστε μακριά από την περιοχή όπου ο Θουκυδίδης αναφέρει, ότι οι Αθηναίοι, το 423 π.Χ. για να αμυνθούν εναντίον των Σπαρτιατών, ανέβασαν πάνω σε ένα οίκημα της Ληκύθου, πολλούς αμφορείς και πίθους με νερό, με αποτέλεσμα αυτό να γκρεμίσει. Κάτω από το προαναφερόμενο στρώμα καταστροφής, αποκαλύφθηκε η λατύπη του τείχους C, ανάμικτη με κεραμική του 5ου αιώνα π.Χ. και κάτω από αυτήν το νότιο τμήμα του τοίχου 5. Η κατασκευή επομένως του τοίχου 5 σε προγενέστερη οικοδομική φάση από αυτήν του τείχους C, είναι σαφής. Το τείχος C, κατασκευασμένο από μεγάλες λιθοπλίνθους γρανίτη, σώζεται σε ύψος τριών δόμων, ενώ του τέταρτου, χαμηλότερου δόμου, που προεξέχει έως 0,15μ. από τους υπερκείμενους και πιθανότατα αποτελεί τη θεμελίωση, δε στάθηκε δυνατή η σε όλο το ύψος αποκάλυψη του. Αξίζει να σημειωθεί ότι το στρώμα καταστροφής δεν περιείχε όστρακα στρογγυλεμένα από την επίδραση των κυμάτων, ενώ αντίθετα τέτοια παρατηρήθηκαν κάτω από τη θεμελίωση των κτηρίων των κλασικών χρόνων, γεγονός που μαρτυρεί ότι η γεωμορφολογία στην περιοχή είναι πιθανόν αποτέλεσμα εναλλασσόμενων φαινομένων. Στο δυτικό τμήμα του τείχους C, στην παρειά της Ληκύθου διαπιστώθηκε η παρουσία άλλου τοίχου, κατασκευασμένου από αργούς πλακερούς, σχετικά μικρού μεγέθους, λίθους, που σώζεται σε ύψος τουλάχιστον 1 μέτρου. Μικρής έκτασης έρευνα αποκάλυψε ότι ο τοίχος αυτός ύστερα από 5 μ. μήκος προς τα Δυτικά γωνιάζει προς τα ΝΔ, στο εσωτερικό της Ληκύθου. Το πλάτος του στο σημείο αυτό είναι 1,20μ. και μία τομή μπροστά στη Βόρεια όψη του, έδειξε την ύπαρξη δαπέδου ή δρόμου, εκεί όπου, σε βάθος 0,20-0,15μ., παρατηρήθηκε πατημένο χώμα με κομμάτια κάρβουνου. Η κεραμική μέσα από την τομή αυτή, ήταν αρχαϊκή ντόπιας κυρίως παραγωγής. Ο τοίχος αυτός, που τέμνεται από το τείχος C, από το οποίο είναι προγενέστερος συνεχίζει με κατεύθυνση ΝΑ, έτσι ώστε το περίγραμμα του να διακρίνεται επάνω στη Λήκυθο. Επάνω στη σημερινή ακτή σώζεται επίσης η ΝΑ γωνία κτηρίου, του οποίου η τοιχοποιία αποτελείται από γωνιόλιθους γρανίτη και ασβεστοκονίαμα ως συνδετικό υλικό. Το κτήριο, που φέρει δάπεδο από πήλινες τετράγωνες πλάκες, χρονολογείται στη ρωμαϊκή εποχή. Μέσα στη θάλασσα, σε απόσταση ενός μέτρου από τη σημερινή ακτογραμμή, εντοπίζεται ορθογώνια κατασκευή, πιθανότατα δεξαμενή μεταβυζαντινών χρόνων και επιβεβαιώνεται έτσι με την παρουσία οικοδομημάτων από την κλασική τουλάχιστον περίοδο μέχρι και τους μεταβυζαντινούς χρόνους, η διαχρονική χρήση και του βορειότερου παραθαλάσσιου, βυθισμένου σήμερα, τμήματος της Ληκύθου.




Αρχαία Άκανθος

Η αρχαία Άκανθος βρίσκεται στη βορειοανατολική πλευρά της Ακτής, της ανατολικής χερσονήσου της Χαλκιδικής, στη θέση της σημερινής Ιερισσού. Ο Θουκυδίδης αναφέρει την Άκανθο, ενώ ο Πλούταρχος την θεωρεί μεικτή αποικία Ανδρίων και Χαλκιδέων, που ιδρύθηκε στην «Ακτή του Δράκοντος», στη θέση προϋπάρχοντος πολιτισμού. Σύμφωνα με τον Ευσέβιο και τα αρχαιολογικά δεδομένα, πιθανή χρονολογία ίδρυσής της είναι το 655 π.Χ. Οι οικονομικοί πόροι της προέρχονταν από τον ορυκτό και δασικό της πλούτο αλλά και τα γεωργικά και κτηνοτροφικά προϊόντα που διακινούνταν από το αξιόλογο λιμάνι της.
Η πρώιμη ιστορία δεν είναι γνωστή. Την ανάπτυξή της στην αρχαϊκή περίοδο αντανακλά η μεγάλη κυκλοφορία των νομισμάτων της, που αρχίζει γύρω στο 530 π.Χ. με έμβλημα το ταυροκτόνο λιοντάρι. Είναι γνωστοί τουλάχιστον 92 τύποι. Το πρώτο ιστορικό στοιχείο, ήδη από τα τέλη του 6ου αι. π.Χ., τη συσχετίζουν με τους περσικούς πολέμους. Ως ελεύθερη πόλη η Άκανθος αρχικά ήταν μέλος της Αθηναϊκής Συμμαχίας και αργότερα της Σπαρτιατικής. Στις αρχές του 4ου αι. π.Χ., σε περίοδο μεγάλης ακμής, αντιτάχθηκε και δεν προσχώρησε ποτέ στη Χαλκιδική Συμμαχία. Το 348 π.Χ. κατακτήθηκε από τους Μακεδόνες χωρίς να καταστραφεί. Αργότερα ενσωματώθηκε στην περιοχή της Ουρανούπολης, η νέα πόλη που ιδρύθηκε στον ισθμό, ανάμεσα στο Στρυμονικό και στο Σιγγιτικό κόλπο, από τον Αλέξαρχο, τον αδελφό του Κασσάνδρου. Σύμφωνα με τον Λίβιο γύρω στο 200 π.Χ. η Άκανθος πολιορκήθηκε από τους Ρωμαίους, που αξιοποίησαν, όπως φαίνεται, τις φυσικές πηγές πλούτου και το λιμάνι της. Η ζωή της Ακάνθου συνεχίζεται σε όλη τη διάρκεια των βυζαντινών μέχρι τα νεότερα χρόνια.
Η αρχαία πόλη εκτείνεται σε γραφική λοφοσειρά, 600 μέτρα περίπου νοτιοανατολικά από τον οικισμό της Ιερισσού, όπου διατηρούνται λείψανα των τειχών, ένα εντυπωσιακό τμήμα της ακρόπολης, διάσπαρτα αρχιτεκτονικά μέλη και οικοδομικά απομεινάρια ελληνιστικών χρόνων. Στον ίδιο αρχαιολογικό χώρο σώζονται μία ερειπωμένη βυζαντινή εκκλησία και δύο μεταβυζαντινές. Η Άκανθος δεν έχει ανασκαφεί ακόμη συστηματικά αντίθετα με τη νεκρόπολη, που η έρευνά της άρχισε ήδη από το 1973. Ιδιαίτερα εκτεταμένος ο χώρος του νεκροταφείου κατέχει το παράλιο τμήμα της Ιερισσού και αριθμεί μέχρι σήμερα περισσότερους από 600 τάφους.




Χρησιμοποιήθηκε μια μεγάλη χρονική περίοδο, από την αρχαϊκή εποχή μέχρι τα ρωμαϊκά χρόνια, και στη συνέχεια, ίσως με κάποιες διακοπές, μέχρι το 17ο αι. Οι τάφοι εκτείνονται σε δύο ή τρία τουλάχιστον επάλληλα στρώματα, είτε σε μικρό βάθος, στο στρώμα του χώματος, είτε σε μεγαλύτερο, στην άμμο. Η διάταξη των τάφων είναι συνήθως παράλληλη στη γραμμή του αιγιαλού. Ο προσανατολισμός των νεκρών είναι, στις περισσότερες περιπτώσεις, από νοτιοανατολικά (κρανίο νεκρών- στόμιο αγγείων) προς βορειοδυτικά. Στην Άκανθο ενήλικες και παιδιά θάβονται στον ίδιο χώρο σύμφωνα με τα γνωστά ταφικά έθιμα της αρχαιότητας, στα οποία κυριαρχεί ο ενταφιασμός. Χρησιμοποιούνται διάφορα είδη τάφων, όπως ορθογώνιοι λάκκοι είτε απλοί είτε επενδεδυμένοι με πηλό ή πήλινες λάρνακες, συνήθως ακόσμητες, μερικές φορές όμως με ανάγλυφη η ζωγραφική διακόσμηση, κιβωτιόσχημοι τάφοι, κεραμοσκεπείς και εγχυτρισμοί, δηλαδή ταφές μέσα σε πίθους ή μικρότερα αγγεία- αμφορείς, υδρίες, στάμνοι, που αποτελούν και το μεγαλύτερο ποσοστό βρεφικών ή παιδικών ταφών.

Τα κτερίσματα, που συνήθως είναι τοποθετημένα μέσα στους τάφους δίπλα ή επάνω στους νεκρούς, είναι πολυάριθμα και ποικίλα ανάμεσα τους υπερτερούν τα πήλινα αγγεία, είτε για τροφή στερεή ή υγρή. Πολλές φορές τα κτερίσματα που συνοδεύουν τους νεκρούς αποτελούσαν και τα προσωπικά τους αντικείμενα ή σχετίζονταν με τα επαγγέλματα και τις προσωπικές τους ασχολίες, όπως κοσμήματα, περόνες, πόρπες, καθρέφτες, στλεγγίδες, βελόνες, αγκίστρια, κλαδευτήρια, μαχαίρια. Όπλα αποκαλύπτονται σπάνια. Πολύ συχνά, στις γυναικείες και στις παιδικές ιδιαίτερα ταφές, υπάρχουν πήλινα ειδώλια, που απεικονίζουν χθόνιες θεότητες, διάφορες γυναικείες ή ανδρικές μορφές, ηθοποιούς, ερωτιδείς, ζώα. Τα ευρήματα παρουσιάζουν πλατιά τυπολογία και προέλευση. Αντιπροσωπεύονται διάσημα εμπορικά κέντρα του αρχαίου κόσμου και διάφορα εργαστήρια, ενώ είναι αισθητή η παράλληλη ανάπτυξη και της τοπικής παραγωγής. Συγγενικά ταφικά έθιμα, παρόμοιοι τύποι ταφών και ευρήματα απαντούν σε πολλά άλλα νεκροταφεία των αρχαίων πόλεων της Μακεδονίας και της Θράκης και φανερώνουν επιδράσεις, επαφές και εμπορικές συναλλαγές τόσο με την ελληνόφωνη Ανατολή όσο και με γνωστά κέντρα του νησιώτικου χώρου, την Εύβοια, την Αθήνα, την Κόρινθο και τη Βοιωτία.
Οι Ακάνθιοι συμμάχησαν αρχικά με τους Πέρσες, μετά με τους Αθηναίους και κατόπιν με τους Σπαρτιάτες.
Το 199 π.Χ. την πόλη λεηλάτησαν οι Ρωμαίοι, οι οποίοι την μοίρασαν σε λεγεωνάριους. Κάποια εποχή οι Ρωμαίοι ήταν οι μόνοι κάτοικοι της περιοχής, οι οποίοι την ονόμασαν Ericius, δηλαδή Ερισσός και αργότερα έγινε Ιερισσός.
Η αρχαία Άκανθος απλωνόταν στους λόφους σε μία έκταση περίπου 560 στρεμμάτων. Τα λείψανα, που είναι ορατά σήμερα, είναι ίχνη από την οχύρωση της πόλης και τα σπίτια. Στο κέντρο του οικισμού ανασκάφηκε ένα δημόσιο κτίριο με δύο πηγάδια με μαρμάρινα στόμια.
Οι ανασκαφές στην περιοχή ξεκίνησαν πριν από 25 περίπου χρόνια στο νεκροταφείο της Ακάνθου, ακριβώς πάνω στο οποίο είναι χτισμένη η σημερινή Ιερισσός. Έχουν ερευνηθεί περισσότεροι από 9.000 ελληνιστικοί και κλασσικοί τάφοι και τα περισσότερα ευρήματα βρίσκονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πολυγύρου.



Ολυμπιάδα
Μικρό αλλά πανέμορφο χωριό 650 κατοίκων, κτισμένο από πρόσφυγες που ήρθαν από την Αγία Κυριακή της Μικρά Ασίας το 1923. Όταν εγκαταστάθηκαν οι πρόσφυγες εδώ, βρήκαν οικισμό με 10 περίπου αγροτικές οικογένειες. Η μικρή περιοχή που τους παραχωρήθηκε ήταν βαλτώδης και μαστιζόταν από ελονοσία.

Από την αρρώστια αυτή χάθηκε το 1/3 περίπου του αρχικού προσφυγικού πληθυσμού, ενώ ένα μεγάλο μέρος του διασκορπίστηκε σε άλλες περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης. Σύμφωνα με μία τοπική παράδοση, το όνομα του χωριού προέρχεται από την Ολυμπιάδα, τη μητέρα δηλαδή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, την οποία ο Βασιλιάς Κάσσανδρος είχε εξορίσει στα Αρχαία Στάγειρα ή, κατ' άλλους, στο παρακείμενο νησάκι "Κάπρος". Αν και η πληροφορία, δεν αποκλείεται να κρύβει κάποια ιστορική αλήθεια. Το σημερινό χωριό, κτισμένο κατά μήκος μιας όμορφης παραλίας, απλώνεται στο μυχό ενός φυσικού λιμανιού. Πλαισιώνεται από καταπράσινα βουνά και μαγευτικές παραλίες, υπέροχα συνδυασμένα, που προσελκύουν πλήθος επισκεπτών κατά τους θερινούς κυρίως μήνες. Κάθε καλοκαίρι επίσης, στη γιορτή της προστάτιδας Αγίας Κυριακής (7 Ιουλίου), οργανώνονται πολιτιστικές και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, όπως και ημερίδες με θέμα, τη ζωή και το έργο του Μεγάλου Σταγειρίτη Φιλοσόφου Αριστοτέλη. Στα Αρχαία Στάγειρα, που βρίσκονται αμέσως ανατολικά της Ολυμπιάδας, οι ανασκαφές ξεκίνησαν το 1990 με χρηματοδοτήσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Υπουργείο Πολιτισμού, αλλά και με τη συμμετοχή της κοινότητας Ολυμπιάδας. Από τότε και κάθε καλοκαίρι οι έρευνες συνεχίζονται μέχρι σήμερα. Επιβλέπουσα υπηρεσία είναι η ΙΣΤ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων Θεσσαλονίκης με επικεφαλής τον Δρα. αρχαιολόγο Κωνσταντίνο Σισμανίδη.

 


Ημερομηνία πρόσβασης: 29/5/2012)

Ιστορικο Πλαίσιο

Η Ελληνική μυθολογία αναφέρεται συχνά στη Χαλκιδική: στην Κασσάνδρα βρίσκεται θαμμένος ο γίγαντας του σεισμού, Εγκέλαδος. Ο Aθως πάλι, σχηματίστηκε από το βράχο που έριξε εναντίον των θεών ο ομώνυμος Γίγαντας, μα και η Σιθωνία οφείλει το όνομά της στο Σίθωνα, το γιο του Ποσειδώνα. Μύθοι θα πει κανείς. Υπονοούν όμως την προσπάθεια που καταβλήθηκε για να ερμηνευτούν, από τα πολύ παλιά χρόνια, οι ιδιορρυθμίες αυτού του χώρου. Η επιστημονική έρευνα πάντως έχει καταδείξει ότι η γεωμορφολογία της παλαιοντολογικής Χαλκιδικής ήταν πολύ διαφορετική από τη σημερινή. Διαφορετική σίγουρα ήταν και η χλωρίδα και η πανίδα της. Τα απολιθωμένα λείψανα ελεφαντοειδών και άλλων εξαφανισμένων ειδών που βρέθηκαν στη Νικήτη και έχουν εντοπιστεί στα Βραστά, στην Τρίγλια κ.α. αποτελούν μάρτυρες μιας άλλης εποχής, που μάλλον δεν είδε ποτέ ανθρώπινο γένος. Επίσης τα ευρήματα στο Σπήλαιο των Πετραλώνων απέδειξαν ότι η παρουσία του ανθρώπου εδώ ξεπερνά τις 700.000 χρόνια, ενώ το κρανίο του αρχανθρώπου υπολογίζεται πως έχει ηλικία 200.000 ετών περίπου. Εγκαταστάσεις οργανωμένης κοινωνίας έχουμε στη Χαλκιδική από το 4.000 π.Χ. και οι παλαιότεροι κάτοικοί της ήταν Θράκες και Πελασγοί.




Τον 8ο αι. π.Χ. πλήθος κατοίκων καταφθάνει στην περιοχή, προερχόμενο κυρίως από την Χαλκίδα (εξού Χαλκιδική) και την Ερέτρια. Το 5ο αι. π.χ. οι σημαντικότερες πόλεις της είναι: Αίνεια, Γίγωνος, Λίπαξος, Ποτίδαια, Σάνη, Μένδη, Σκιώνη, Αιγαί, Νεάπολις, Άφυτις, Όλυνθος, Σερμύλη, Γαληψός, Τορώνη, Σάρτη, Σίγγος, Πύλωρος, Δίον, Κλεωναί, Ολόφυξος, Άκανθος, Στάγιρα, Απολλωνία, Αρναία, Ανθεμούς. Πολλές από αυτές αποτελούν συνέχεια προϊστορικών οικισμών, που υπήρχαν στην ίδια θέση. Στο τέλος του 5ου αι. π.Χ. οι 32 σπουδαιότερες πόλεις ιδρύουν υπό την ηγεσία της Ολύνθου, το "κοινόν των Χαλκιδέων", το οποίο θα διαλυθεί το 379 π.Χ. από τους Σπαρτιάτες. Το 348 π.Χ. ο Φίλιππος ενσωματώνει την περιοχή στο Μακεδονικό Βασίλειο. Στα Ελληνιστικά χρόνια ιδρύονται τρεις μεγάλες πόλεις: Κασσανδρεία (315), Ουρανούπολις (315) και Αντιγόνεια (στη μέση της Καλαμαριάς το 280 π.Χ.). Το 168 π.Χ. περνά στα χέρια των Ρωμαίων και παρακμάζει καθώς οι πόλεις της περιήλθαν υπό τον έλεγχο Ρωμαίων εμπόρων κυρίως.
Το Χριστιανισμό η Χαλκιδική πρέπει να ασπάστηκε το 50 μ.Χ. (τότε δηλαδή που ο Απόστολος Παύλος πηγαίνοντας από τους Φιλίππους στη Θεσσαλονίκη είχε περάσει και από την Απολλωνία). Στους Χριστιανικούς αιώνες θα δεχθεί πολλές καταστροφικές επιδρομές όπως των Γότθων (269), των Ούννων (6ο αι.) και των Καταλανών (1307). Κατά τον 9ο αι. οργανώνεται η μοναστική πολιτεία του Αγίου Όρους. Το 855 ο Βασίλειος Α΄ ο Μακεδών με χρυσόβουλο ορίζει "του λοιπού αθορύβους και αταράχους διάγειν τους μοναχούς" έως της συνελείας του αιώνος. Κατά τον 10ο αι. ένα πλήθος μονυδρίων βρίσκονταν συγκεντρωμένο γύρω από τις Καρυές. Το 963 κτίζεται η Μονή της Μ. Λαύρας και στη συνέχεια οι υπόλοιπες 19 Μονές. Έκτοτε η Αγιώνυμη πολιτεία αποτελεί ένα ιδιόμορφο κόσμο. Τόπος μυστηρίου, της σκληρής άσκησης και του πνευματικού προσανατολισμού, μπόρεσε να διασώσει στο χρόνο τους πολύτιμους θησαυρούς του, να καλλιεργήσει την ελληνοχριστιανική παιδεία και να συνδράμει στη διάσωση της εθνικής συνείδησης στις δύσκολες για το έθνος εποχές. Μετά τον 10ο αιώνα το μεγαλύτερο μέρος της καλλιεργούμενης γης πέρασε στα χέρια των Αγιορειτών ("Μετόχια"¨). Από τους συνοικισμούς δε των κολίγων των μονών προήλθαν πολλά νέα χωριά, που αναπτύχθηκαν πλάι στα υπάρχοντα. Μετά το 12ο αιώνα στα πλαίσια της τότε διοικητικής μεταρρύθμισης διαιρέθηκε στα καπετανίκια: Καλαμαριάς, Ερμηλείας, Ιερισσού, Κασσανδρείας και Λογγού. Στα μέσα του 14ου αιώνα ένα μεγάλο μέρος της Χαλκιδικής προσαρτήθηκε στο Σερβικό κράτος, ενώ πριν την υποδούλωση στους Τούρκους η Κασσάνδρα και άλλες παραλιακές περιοχές βρέθηκαν υπό τους Βενετούς.


Το 1430 υποδουλώθηκε στους Τούρκους και αποτέλεσε τμήμα του σαντζακιού της Θεσ/νίκης . Διαιρέθηκε σε τρεις φορολογικές περιφέρειες: της Κασσάνδρας, περιοριζόμενη στα φυσικά όριο της Χερσονήσου, των Χασικοχωρίων, που περιλαμβάνει "όλη την καλλιεργήσιμη γη και τα ήμερα βουνά που εκτείνονται ως τον Τορωναίο και το Θερμαϊκό" και τέλος των Μαντεμοχωρίων. Ξεχωριστή βέβαια περιοχή αποτελούσε το Άγιο Όρος. Παρά τα ειδικά προνόμια κάθε περιφέρειας, την περίοδο της δουλείας οι Χαλκιδικιώτες υπέφεραν, όπως και οι υπόλοιποι έλληνες, από τις αυθαιρεσίες της τυραννικής εξουσίας. Μπόρεσαν όμως και την πίστη τους να μη χάσουν και την εθνική τους συνείδηση να διατηρήσουν. Στα τέλη του 18ου αιώνα όλες οι περιφέρειες σημειώνουν ανάπτυξη (αύξηση σιτοπαραγωγής, μεταξοσκωληκοτροφία, κτηνοτροφία). Εξαιτίας αυτής της ευημερίας τα παραλιακά χωριά αντιμετωπίζουν πολλές επιδρομές πειρατών. Στα Μαντεμοχώρια μάλιστα η Πύλη το 1775 εμπιστεύεται την εκμετάλλευση των αργυρωρυχείων στα 12 μεγάλα χωριά της περιοχής - στο "Κοινό των Μαδεμίων" - κι έτσι δημιουργείται ένας εκτεταμένος μεταλλευτικός συνεταιρισμός με χωριστή δική του κοινοτική διοίκηση. Τον Μάιο του 1821 επαναστατεί, υπό την ηγεσία του Εμμανουήλ Παππά, χωρίς επιτυχία με αποτέλεσμα να καταστραφεί ολοσχερώς. Θα δυναμώσει όμως πάλι και το 1854 θα συγκλονιστεί από νέα επανάσταση υπό τον Τσιάμη Καρατάσο. Επαναστατικός αέρας έπνευσε στη Χαλκιδική και το 1878, όμως οι Τούρκοι πήραν έγκαιρα προληπτικά μέτρα και η κίνηση ματαιώθηκε. Στις αρχές του αιώνα μας η Χαλκιδική παίρνει μέρος στο Μακεδονικό Αγώνα. Πολλοί Χαλκιδικιώτες όχι μόνο συμμετέχουν στα διάφορα σώματα των Μακεδονομάχων, αλλά φτιάχνουν και οι ίδιοι μικρότερα σώματα και πολεμούν κατά των κομιτατζήδων. Η πολυπόθητη ελευθερία θα έλθει τελικά τον Οκτώβριο του 1912.
Το 1922, τέλος, με την εγκατάσταση χιλιάδων προσφύγων από την Μ. Ασία άρχισε μια καινούρια φάση στην ιστορία της Χαλκιδικής. Πλάι στα ντόπια χωριά φύτρωσαν 27 καινούρια, η συμβολή των οποίων στην οικονομική και πολιτιστική εξέλιξη της Χαλκιδικής είναι σοβαρότατη.


(Πηγή:http://www.halkidiki.gov.gr/index.phpItemid=32&id=13&option=com_content&task=view
(Α.Σ.) Ημερομηνία πρόσβασης: 30/5/2012)